Η πρώτη εικόνα μέσα στο Μουσείο Vasa
Το Vasa εμφανίζεται σχεδόν ολόκληρο από τα πρώτα βήματα στο εσωτερικό του μουσείου, με το σκούρο ξύλινο κύτος να υψώνεται μέσα σε έναν χώρο σχεδιασμένο γύρω από τις διαστάσεις του. Από χαμηλά φαίνονται η καμπύλη της γάστρας, οι σειρές των θυρίδων για τα κανόνια και οι βαριές ξύλινες επιφάνειες που έχουν μείνει κάτω από το νερό για περισσότερους από τρεις αιώνες. Καθώς ανεβαίνεις στα διαφορετικά επίπεδα, αλλάζει συνεχώς η γωνία θέασης: άλλοτε βρίσκεσαι σχεδόν στο ύψος του καταστρώματος και άλλοτε απέναντι από την πρύμνη με τα πυκνά γλυπτά της. Ο χαμηλός φωτισμός αφήνει τις χαράξεις και τις ενώσεις του ξύλου να ξεχωρίζουν καθαρά. Περίπου το 98% της ξυλείας του πλοίου προέρχεται από τον 17ο αιώνα, στοιχείο που κάνει κάθε κοντινή ματιά ιδιαίτερα συγκεκριμένη και άμεση.
Ένα πολεμικό πλοίο για τον σουηδικό στόλο
Το Vasa κατασκευάστηκε στη Στοκχόλμη από το 1626 έως το 1628, σε μια περίοδο κατά την οποία η Σουηδία ενίσχυε συστηματικά τον πολεμικό της στόλο. Την παραγγελία είχε δώσει ο βασιλιάς Γουσταύος Β΄ Αδόλφος, με προορισμό τον πόλεμο εναντίον της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας. Το πλοίο ήταν μεγάλο για την εποχή του, με δύο καταστρώματα πυροβόλων και 64 κανόνια κατά την αναχώρησή του. Στην πρύμνη και στις πλευρές του υπήρχαν εκατοντάδες ξυλόγλυπτες μορφές: πολεμιστές, λιοντάρια, μυθολογικά πρόσωπα και βασιλικά σύμβολα. Σήμερα το ξύλο έχει βαθύ καφέ χρώμα. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι πολλά από αυτά τα γλυπτά ήταν αρχικά ζωγραφισμένα με έντονα χρώματα. Οι μακέτες και οι ανακατασκευές του μουσείου βοηθούν να σχηματιστεί μια σαφέστερη εικόνα της αρχικής εμφάνισης του πολεμικού πλοίου.
10 Αυγούστου 1628: ένα ταξίδι 1.300 μέτρων
Στις 10 Αυγούστου 1628, οι αποβάθρες της Στοκχόλμης είχαν κόσμο που παρακολουθούσε την πρώτη έξοδο του Vasa. Το πλοίο απέπλευσε με ανοιχτές τις θυρίδες των κανονιών και κινήθηκε κατά μήκος του λιμανιού, έχοντας ακόμη την πόλη σε κοντινή απόσταση. Έπειτα από περίπου 1.300 μέτρα, μια ισχυρή ριπή ανέμου το έγειρε προς τη μία πλευρά. Νερό μπήκε από τις χαμηλές θυρίδες του πυροβολικού και μέσα σε λίγα λεπτά το κύτος βυθίστηκε σε βάθος περίπου 32 μέτρων. Οι περισσότεροι κατάφεραν να σωθούν κολυμπώντας ή με τη βοήθεια μικρών σκαφών που βρίσκονταν κοντά. Περίπου τριάντα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, αρκετοί παγιδευμένοι στο εσωτερικό. Στο μουσείο, μοντέλα και εκθεσιακό υλικό αποτυπώνουν τη μικρή διαδρομή πάνω στον χάρτη του λιμανιού, δίνοντας σαφή αίσθηση της απόστασης που πρόλαβε να διανύσει.
Γιατί βυθίστηκε το Vasa
Η εξήγηση για τη βύθιση βρίσκεται στις αναλογίες και στην κατανομή του βάρους. Το Vasa είχε μεγάλο ύψος πάνω από την ίσαλο γραμμή, βαριά υπερκατασκευή και δύο σειρές πυροβόλων, ενώ το υποθαλάσσιο τμήμα του κύτους δεν εξασφάλιζε την απαιτούμενη ευστάθεια. Όταν ο άνεμος πίεσε τα πανιά, το πλοίο πήρε μεγάλη κλίση. Οι ανοιχτές θυρίδες στο χαμηλότερο κατάστρωμα βρέθηκαν κοντά στην επιφάνεια και το νερό πέρασε γρήγορα στο εσωτερικό. Η διαδικασία γίνεται πολύ πιο κατανοητή μπροστά στις τομές, στις μακέτες και στις αναπαραστάσεις της έκθεσης. Μπορεί κανείς να δει πόσο ψηλά βρίσκονταν τα καταστρώματα, πού ήταν τοποθετημένα τα κανόνια και πόσο στενή ήταν η γάστρα σε σχέση με τον όγκο που υψωνόταν από πάνω. Η συγκεκριμένη εικόνα εξηγεί το ναυτικό ατύχημα χωρίς περίπλοκη τεχνική ορολογία.
333 χρόνια στον βυθό της Στοκχόλμης
Για περισσότερο από τρεις αιώνες το Vasa παρέμεινε στον βυθό του λιμανιού της Στοκχόλμης, μέσα σε κρύο, σκοτεινό νερό με χαμηλή περιεκτικότητα σε οξυγόνο. Η χαμηλή αλατότητα της Βαλτικής και η απουσία των θαλάσσιων οργανισμών που καταστρέφουν συνήθως τα ξύλινα ναυάγια συνέβαλαν σημαντικά στη διατήρησή του. Το 1956 ο Anders Franzén, που αναζητούσε συστηματικά το πλοίο, εντόπισε δρύινο ξύλο με ένα αυτοσχέδιο όργανο βυθομέτρησης. Ακολούθησε μια απαιτητική επιχείρηση με δύτες, οι οποίοι άνοιξαν έξι σήραγγες κάτω από το κύτος και πέρασαν μέσα τους ισχυρά χαλύβδινα συρματόσχοινα. Η ανύψωση έγινε σταδιακά, σε διαδοχικά στάδια. Στις 24 Απριλίου 1961, στις 9:03 το πρωί, τμήματα του σκούρου ξύλου εμφανίστηκαν ξανά πάνω από την επιφάνεια, μπροστά σε πλήθος θεατών και τηλεοπτικές κάμερες.
Η μακρά συντήρηση του ξύλου
Μετά την ανέλκυση, το νερό που είχε ποτίσει το ξύλο επί αιώνες δεν μπορούσε να εξατμιστεί γρήγορα. Μια απότομη ξήρανση θα προκαλούσε συρρίκνωση στις εξασθενημένες ξύλινες ίνες και βαθιές ρωγμές στις επιφάνειες. Από το 1962 άρχισε η επεξεργασία με πολυαιθυλενογλυκόλη, γνωστή ως PEG, μια υδατοδιαλυτή ουσία που μπορούσε να εισχωρήσει στο ξύλο και να αντικαταστήσει σταδιακά το νερό. Για δεκαεπτά χρόνια το πλοίο ψεκαζόταν συστηματικά, αρχικά με το χέρι και αργότερα με ένα δίκτυο εκατοντάδων ακροφυσίων. Στη συνέχεια ακολούθησε μακρά περίοδος ελεγχόμενης ξήρανσης. Η συντήρηση παραμένει συνεχής επιστημονική εργασία, με αισθητήρες, ειδικά στηρίγματα και ελεγχόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες. Η θερμοκρασία στον εκθεσιακό χώρο διατηρείται περίπου στους 18–20°C για τις ανάγκες προστασίας του πλοίου.
Από τη γάστρα μέχρι τα γλυπτά της πρύμνης
Η περιήγηση γύρω από το Vasa γίνεται σε διαφορετικά επίπεδα, ώστε το πλοίο να φαίνεται σχεδόν από κάθε ύψος. Από τις χαμηλότερες διαδρομές διακρίνεται η βάση του κύτους και η στιβαρή κατασκευή της γάστρας. Πιο πάνω, οι θυρίδες των κανονιών βρίσκονται σχεδόν απέναντι από τον επισκέπτη και αποκαλύπτουν την πυκνή διάταξη των καταστρωμάτων. Στα ψηλότερα σημεία φαίνεται καλύτερα η πρύμνη, όπου σώζεται ένα πολύπλοκο σύνολο ξυλόγλυπτων μορφών και διακοσμητικών μοτίβων. Οι εκθέσεις γύρω από το κεντρικό πλοίο περιλαμβάνουν αυθεντικά αντικείμενα, κανόνια, εργαλεία, μοντέλα και μια μεγάλη χρωματισμένη μακέτα που δείχνει πώς πιθανότατα έμοιαζε το Vasa το 1628. Υπάρχει επίσης αναπαράσταση τμήματος του άνω καταστρώματος πυροβόλων σε φυσικό μέγεθος, χρήσιμη για να αντιληφθεί κανείς το περιορισμένο ύψος και τον διαθέσιμο χώρο.
Οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω στο Vasa
Τα μικρά αντικείμενα που βρέθηκαν στο εσωτερικό προσθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία για την καθημερινή ζωή πάνω στο πολεμικό πλοίο. Παπούτσια, κουτάλια, ξύλινα σκεύη, εργαλεία, νομίσματα και προσωπικά αντικείμενα προέρχονται από ανθρώπους που είχαν επιβιβαστεί για το πρώτο ταξίδι. Το Vasa είχε σχεδιαστεί ώστε σε πολεμική αποστολή να μεταφέρει περίπου 145 ναύτες και 300 στρατιώτες, με μεγάλο μέρος της καθημερινότητας να εκτυλίσσεται ανάμεσα στα κανόνια και τον εξοπλισμό. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές μετά την ανέλκυση έφεραν στο φως δεκάδες χιλιάδες ευρήματα. Ανθρώπινα λείψανα από τουλάχιστον 17 άτομα έδωσαν στους ερευνητές στοιχεία για ηλικία, διατροφή, καταγωγή, ασθένειες και φυσικά χαρακτηριστικά. Η έκθεση «In Life and Death» παρουσιάζει ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα μέσα από οστεολογικές, γενετικές και ισοτοπικές αναλύσεις, μαζί με λεπτομέρειες για τα ρούχα και τα προσωπικά τους αντικείμενα.
Μια επίσκεψη στο Djurgården
Το μουσείο βρίσκεται στο Djurgården, το καταπράσινο νησί της Στοκχόλμης όπου συγκεντρώνονται αρκετά από τα σημαντικότερα μουσεία της πόλης. Η πρόσβαση από το κέντρο είναι εύκολη με τραμ, λεωφορείο ή πλοιάριο, ενώ η διαδρομή με τα πόδια περνά από την προκυμαία και τις μαρίνες. Για την επίσκεψη αξίζει να υπολογιστούν τουλάχιστον δύο ώρες, ιδιαίτερα αν θέλεις να σταθείς στις εκθέσεις γύρω από το κύτος και να παρατηρήσεις την πρύμνη από περισσότερα επίπεδα. Το Skansen, το Nordiska museet και το ABBA The Museum βρίσκονται επίσης στο Djurgården, οπότε η περιοχή μπορεί να καλύψει συνολικά μεγάλο μέρος μιας ημέρας. Στο Vasa έχει σημασία να μη συμπιεστεί υπερβολικά ο χρόνος: οι λεπτομέρειες του ξύλου, οι μακέτες και τα αρχαιολογικά ευρήματα χρειάζονται κοντινή παρατήρηση.
Η τελευταία ματιά από τα ψηλότερα επίπεδα πιάνει σχεδόν ολόκληρο το Vasa μέσα στην αίθουσα: το μακρύ κύτος, τα σχοινιά, τα κατάρτια και την πυκνή ξυλόγλυπτη πρύμνη. Είναι μια σπάνια ευκαιρία να παρατηρήσει κανείς από λίγα μέτρα απόσταση ένα αυθεντικό πλοίο του 1628, μαζί με τα αντικείμενα και τα ίχνη των ανθρώπων που βρέθηκαν στο εσωτερικό του.