Πώς ξεκινάς και πώς φτάνεις στη Σίβα
Η «εμπειρία» Σίβα ξεκινά από τη στιγμή που θα αφήσεις πίσω σου το Κάιρο και θα μπεις στον δρόμο προς τη δυτική έρημο. Η διαδρομή είναι μεγάλη, συνήθως οδικώς, με κατεύθυνση προς τη Μάρσα Ματρούχ και μετά προς το εσωτερικό, εκεί όπου ο χάρτης αρχίζει να αραιώνει. Για ώρες, το τοπίο αλλάζει αργά: πόλη, προάστια, πρατήρια, σημεία ελέγχου, άμμος, πέτρα και ένας ορίζοντας που μένει ανοιχτός μπροστά σου. Όσο πλησιάζεις, η έρημος αρχίζει να αποκτά λεπτομέρειες. Το χρώμα της γης αλλάζει με το φως, οι χαμηλοί όγκοι των σπιτιών εμφανίζονται σαν να βγαίνουν μέσα από την άμμο, και οι πρώτοι φοίνικες σπάνε τη μονοτονία του δρόμου. Στην είσοδο της όασης, το βλέμμα πιάνει μαζί πράγματα που μοιάζουν ασύνδετα: χωμάτινους τοίχους, μικρά μαγαζιά, γαϊδουράκια, νερό που γυαλίζει από μακριά, λίμνες με αλάτι και ανθρώπους που κινούνται αργά μέσα στη ζέστη. Η Σίβα δεν εμφανίζεται απότομα. Απλώνεται σταδιακά μπροστά σου, με πράσινο, σκόνη, πέτρα και μια καθημερινότητα που μοιάζει να έχει προσαρμοστεί πλήρως στον ρυθμό της ερήμου.
Οι πρώτες ώρες στην όαση
Μετά τη μεγάλη διαδρομή, η Σίβα θέλει να την πάρεις αργά. Οι πρώτοι δρόμοι περνούν ανάμεσα σε σπίτια στο χρώμα της γης, χαμηλούς τοίχους, μικρά μαγαζιά, ποδήλατα, καρότσες και γαϊδουράκια που κινούνται στην άκρη του δρόμου. Η σκόνη κάθεται πάνω στις προσόψεις, στα φύλλα των φοινίκων, στα τραπέζια έξω από τα cafés. Το φως είναι δυνατό και καθαρό, κάνει τις σκιές πιο κοφτές και τα χρώματα πιο στεγνά. Περπατώντας, αρχίζεις να βλέπεις τη ζωή της όασης σε μικρές κινήσεις. Άνθρωποι στέκονται μπροστά σε πάγκους, παιδιά περνούν από στενά, υφάσματα κρέμονται έξω από μαγαζιά, μια μηχανή αφήνει πίσω της λεπτή σκόνη. Κάπου ακούγεται νερό, αλλού μυρίζει τσάι ή ψημένο ψωμί. Η πρώτη επαφή με τη Σίβα δεν χρειάζεται πρόγραμμα. Θέλει λίγη σκιά, ένα ποτήρι κάτι δροσερό και χρόνο για να συνηθίσει το μάτι το τοπίο.
Τα Λουτρά της Κλεοπάτρας και οι πηγές
Από εκεί, η μέρα μπορεί εύκολα να σε φέρει προς τα Λουτρά της Κλεοπάτρας, μία από τις πιο γνωστές στάσεις μέσα στην όαση. Η πηγή βρίσκεται κοντά στον κεντρικό οικισμό, ανάμεσα σε φοίνικες, χαμηλά κτίσματα και μικρά σημεία για καφέ ή τσάι. Δεν χρειάζεται μεγάλη μετακίνηση για να φτάσεις· περισσότερο μοιάζει με φυσική συνέχεια της βόλτας, εκεί όπου ο σκονισμένος δρόμος ανοίγει ξαφνικά σε νερό. Η πέτρινη δεξαμενή είναι απλή και ζωντανή. Κάποιοι κάθονται στις καρέκλες γύρω της, άλλοι βάζουν τα πόδια στο νερό, άλλοι βουτούν για λίγα λεπτά πριν συνεχίσουν τη μέρα τους. Το φως πέφτει πάνω στην πέτρα, οι φοίνικες κρατούν λίγη σκιά και οι ήχοι από τα γύρω τραπέζια μπλέκονται με το νερό. Στη Σίβα, οι πηγές δεν έχουν την αίσθηση απομονωμένου αξιοθέατου. Είναι μέρος της καθημερινής ζωής της όασης: δροσίζουν, μαζεύουν κόσμο, δίνουν ρυθμό στη ζέστη και θυμίζουν συνεχώς ότι εδώ το νερό είναι ο λόγος που υπάρχει ο τόπος.
Ο Ναός του Μαντείου του Άμμωνα
Όσο η μέρα προχωρά, το φως στη Σίβα γίνεται πιο λοξό και οι αμμόλοφοι στο βάθος παίρνουν πιο ζεστές αποχρώσεις. Μετά τη στάση στις πηγές, η διάθεση αλλάζει φυσικά: από τη δροσιά του νερού στην ανάγκη να ανέβεις λίγο ψηλότερα, να δεις την όαση από απόσταση και να ακολουθήσεις ένα από τα πιο παλιά της ίχνη. Ο δρόμος προς τον Ναό του Μαντείου του Άμμωνα οδηγεί προς τον οικισμό Aghurmi και σταδιακά ανεβαίνει. Κάτω από τα παπούτσια έχεις πέτρα και λεπτή σκόνη, γύρω σου ξερά χόρτα, χαμηλή βλάστηση και εκείνη την ανοιχτή αίσθηση που αποκτά το τοπίο όταν πλησιάζεις σε ύψωμα. Από πάνω, η Σίβα φαίνεται σαν πράσινη λωρίδα μέσα στο αμμώδες ανάγλυφο, με τις λίμνες να γυαλίζουν σε απόσταση και την έρημο να απλώνεται πέρα από αυτές. Ο χώρος του ναού είναι λιτός, σχεδόν αυστηρός. Πέτρινα περάσματα, φθαρμένες επιφάνειες, σκιές που μικραίνουν πάνω στους τοίχους. Εδώ έφτασε ο Μέγας Αλέξανδρος το 331 π.Χ., αναζητώντας τον χρησμό του Άμμωνα. Η πληροφορία μένει στο μυαλό, αλλά η δύναμη του σημείου έρχεται κυρίως από τη θέση του: ψηλά, ήσυχα, με όλη την όαση ανοιχτή μπροστά σου.
Από το απόγευμα στο βράδυ
Ο ήλιος έχει πια αρχίσει να χαμηλώνει, χρωματίζοντας τον ορίζοντα και τους αμμόλοφους με πιο ζεστούς τόνους. Το φως πέφτει λοξά πάνω στην όαση, ακουμπά στις κορυφές των φοινίκων, μαλακώνει τις γραμμές της γης και κάνει τη σκόνη που σηκώνεται από τον δρόμο να φαίνεται σχεδόν χρυσή. Η ζέστη της ημέρας υποχωρεί σιγά σιγά και μαζί της πέφτει και ο ρυθμός. Είναι η ώρα για επιστροφή στο κατάλυμα, λίγο νερό στο πρόσωπο, καθαρά ρούχα, μια μικρή παύση πριν αρχίσει το βράδυ. Το γεύμα ή το δείπνο στη Σίβα κρατά συνήθως μια απλή, γήινη αίσθηση. Ψωμί, ελιές, χουρμάδες, λαχανικά, ρύζι, πιάτα που φτάνουν στο τραπέζι χωρίς επισημότητα, τσάι που ξαναγεμίζει τα ποτήρια. Σε μια αυλή ή σε μια ταράτσα, το σκοτάδι έρχεται αργά. Οι ήχοι χαμηλώνουν, οι κουβέντες ακούγονται καθαρότερα, ο ουρανός ανοίγει πάνω από την έρημο και η όαση περνά στο πιο ήσυχο κομμάτι της ημέρας.
Το βράδυ στην όαση
Ο ήχος σίγα σιγά χαμηλώνει και ακολουθεί το φως. Μετά το φαγητό οι δρόμοι αδειάζουν σταδιακά και η θερμοκρασία πέφτει αρκετά ώστε να νιώσεις ξανά την έρημο γύρω σου. Σε αρκετά καταλύματα, ειδικά σε όσα κρατούν πιο λιτή ή eco λογική, ο φωτισμός μένει χαμηλός, με λάμπες, κεριά ή μικρές εστίες φωτός που αφήνουν τον ουρανό να φαίνεται καθαρά. Εκείνη την ώρα, η όαση ακούγεται διαφορετικά. Μια κουβέντα, βήματα πάνω στο χώμα, φύλλα φοίνικα που κινούνται ελαφρά, ένα ζώο που περνά στον δρόμο. Πιο έξω από τα φωτισμένα σημεία του οικισμού, ο ουρανός ανοίγει σκοτεινός και γεμάτος αστέρια. Τόσα πολλά αστέρια που χάνεις το μέτρημα. Και καθώς το βραδύ προχωρά το μόνο φως είναι οι λιγοστές λάμπες και το νεφέλωμα του milky way να σου θυμίζει πόσο μικρός είσαι μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Το ξημέρωμα
Μια πόρτα που ανοίγει σε ξυπνάει και νιώθεις πως έχεις κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής σου. Στο βάθος του ορίζοντα, το βαθύ μπλε δίνει τη θέση του σε ροζ και χρυσές αποχρώσεις, αντανακλώντας στους αμμόλοφους και αλλάζοντας το χρώμα της ερήμου λεπτό με λεπτό. Ο δροσερός αέρας χαϊδεύει τα φύλλα των φοινικόδεντρων δημιουργώντας ένα ήχο απαλό, σχεδόν υπνωτικό. Η γη κρατά ακόμη τη νυχτερινή δροσιά, το φως απλώνεται σιγά σιγά στις χαμηλές γραμμές του τοπίου και η Σίβα μοιάζει να ξυπνά μαζί σου. Κάπου μακριά ακούγεται ένα ζώο, λίγα βήματα πάνω στο χώμα, μια ανθρώπινη φωνή που χάνεται γρήγορα στον αέρα. Η μέρα στη όαση Σίβα έχει μόλις ξεκινήσει και προβλέπεται εντυπωσιακή. Η πρώτη κίνηση της ημέρας είναι σχεδόν αυθόρμητη. Περπατάς λίγο πριν ανέβει ο ήλιος. Οι σκιές είναι ακόμη μακριές, η άμμος δεν έχει προλάβει να ζεσταθεί και οι δρόμοι έχουν εκείνη τη σπάνια ησυχία που κρατά μόνο για λίγο. Περνάς δίπλα από χαμηλούς τοίχους, μικρά ανοίγματα προς την έρημο, και όλα μοιάζουν πιο καθαρά μέσα στο πρωινό φως.
Αλμυρές λίμνες
Μπαίνεις στο αυτοκίνητο όσο το φως είναι ακόμη καθαρό και η ζέστη δεν έχει προλάβει να βαραίνει το τοπίο. Ο δρόμος αφήνει πίσω του τον οικισμό και ανοίγει προς τις αλμυρές λίμνες, μέσα από χωμάτινα περάσματα, φοίνικες, ξερές εκτάσεις και μικρές λάμψεις νερού που εμφανίζονται από μακριά. Όσο πλησιάζεις, τα χρώματα αλλάζουν. Το λευκό του αλατιού γίνεται πιο έντονο, το νερό παίρνει αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου, και η επιφάνεια μοιάζει ακίνητη, σαν καθρέφτης μέσα στην έρημο. Κατεβαίνεις και το πρώτο πράγμα που νιώθεις είναι το αλάτι: στα παπούτσια, στα χέρια, στον αέρα. Η βουτιά έρχεται σχεδόν αυθόρμητα. Το σώμα μένει στην επιφάνεια χωρίς προσπάθεια, τα πόδια ανεβαίνουν μόνα τους, δίνοντας σου μια παράξενη ελαφρότητα. Γύρω σου υπάρχει μόνο φως, νερό, αλάτι και η αίσθηση ότι η Σίβα συνεχίζει να σε εκπλήσσει.
Από τη μεσημεριανή παύση στους αμμόλοφους
Η θερμοκρασία έχει ανέβει αρκετά, κάνοντας το σώμα να ζητά κάτι παραπάνω από τη δροσιά των λιμνών. Το αλάτι έχει στεγνώσει πάνω στο δέρμα, τα μαλλιά έχουν γίνει πιο σκληρά από το νερό και η επιστροφή φέρνει μαζί της μια ευχάριστη κούραση. Λίγο καθαρό νερό, καθαρά ρούχα, φαγητό χωρίς φασαρία και μια μικρή μεσημεριανή ξεκούραση αρκούν για να ξαναμπεί η μέρα στη θέση της.
Το απόγευμα, το 4x4 σε βγάζει από τους ήσυχους δρόμους της όασης και σε πετά κατευθείαν στο ανάγλυφο της ερήμου. Η μηχανή ανεβάζει στροφές, τα λάστιχα βουλιάζουν στιγμιαία και το αυτοκίνητο παίρνει φόρα στις πλαγιές της άμμου. Στην αρχή κρατιέσαι από τη λαβή, μετά αφήνεσαι στη διαδρομή: μικρές απότομες κατηφόρες, γρήγορες στροφές, σκόνη στο τζάμι, γέλια μέσα στην καμπίνα. Κάθε στάση έχει άλλη αίσθηση. Αλλού η άμμος είναι λεπτή σαν πούδρα, αλλού πιο σφιχτή, με ίχνη από λάστιχα και πατημασιές που σβήνουν γρήγορα. Ο αέρας χτυπά το πρόσωπο, τα παπούτσια γεμίζουν κόκκους, και για λίγη ώρα η μέρα γίνεται καθαρή ενέργεια. Δεν κοιτάς πια το ρολόι· μετράς τη διαδρομή με αναπηδήσεις, φωνές και εκείνο το απότομο ανέβασμα στο στομάχι πριν από κάθε κατηφόρα.
Δύο μέρες στη Σίβα στην Αίγυπτο αρκούν για να αλλάξει ο τρόπος που μετράς ένα ταξίδι. Δεν είναι μόνο οι αλμυρές λίμνες, οι πηγές, ο Ναός του Μαντείου ή η διαδρομή με 4x4 στους αμμόλοφους. Είναι οι μικρές μεταβάσεις ανάμεσά τους: το ξημέρωμα που βάφει την έρημο, το αλάτι που μένει στο δέρμα, η σκόνη στα παπούτσια, το σώμα που κουράζεται ευχάριστα και η νύχτα που ανοίγει πάνω από την όαση γεμάτη αστέρια. Δύο μέρες στην όαση φτάνουν για να πάρεις μαζί σου κάτι από τον ρυθμό της: λιγότερη βιασύνη, περισσότερη παρατήρηση και την αίσθηση ότι η έρημος, όταν της δώσεις χρόνο, έχει πολλά να σου δείξει.